ασφαλτοστρώνω

ασφαλτοστρώνω
μετ. асфальтировать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ασφαλτοστρώνω" в других словарях:

  • ασφαλτοστρώνω — ασφαλτοστρώνω, ασφαλτόστρωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ασφαλτοστρώνω — καλύπτω δρόμο, πλατεία κ.λπ. με άσφαλτο …   Dictionary of Greek

  • ασφαλτοστρώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, σκεπάζω με άσφαλτο δρόμο, πλατεία κτλ.: Επιτέλους τον ασφαλτόστρωσαν το δρόμο μας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άσφαλτος — Στερεός ή ημιστερεός υδρογονάνθρακας, ορυκτός ή παράγωγο του μαζούτ, ένωση άνθρακα, υδρογόνου, οξυγόνου, αζώτου και πιθανόν θείου. Είναι οργανικής προέλευσης και βρίσκεται συνήθως σε αναλογία μικρότερη του 50% μέσα στους πόρους ιζηματογενών… …   Dictionary of Greek

  • ασφαλτόστρωση — η επίστρωση δρόμου, πλατείας κ.λπ. με άσφαλτο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ασφαλτοστρώνω. Η λ., στον λόγιο τύπο ασφαλτόστρωσις, μαρτυρείται το 1888 από τον Αλέξανδρο Ραγκαβή στην εφημερίδα Εστία] …   Dictionary of Greek

  • ασφαλτόστρωτος — η, ο ασφαλτοστρωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ασφαλτοστρώνω. Η λ. μαρτυρείται στον Αλέξανδρο Ρ. Ραγκαβή (1809 1892)] …   Dictionary of Greek

  • ασφαλτώνω — (Α ἀσφαλτῶ, όω) ασφαλτοστρώνω, επικαλύπτω μια επιφάνεια με στρώμα ασφάλτου …   Dictionary of Greek

  • κατασφαλτώ — κατασφαλτῶ, όω (Μ) επιστρώνω, σκεπάζω εντελώς με άσφαλτο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἀσφαλτῶ «ασφαλτοστρώνω»] …   Dictionary of Greek

  • ασφαλτώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, ασφαλτοστρώνω (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»